λάθρα
•
- κρυφά, για κάποιον που δεν γίνεται αντιληπτός Βικιλεξικό
- Τό δημόσιον ἐπέτρεψεν εἰς τόν Α νά ἐγείρη παράπηγμα ἐπὶ ἐθνικοῦ οἰκοπέδου, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ κατεδαφίζῃ τοῦτο καὶ παραλαμβάνῃ τὸ ὑλικόν, ὁπόταν τῷ ἐπιτάξῃ τὸ δημόσιον. Πέρὶ τούτου δὲ συνετάχθη καὶ συμβόλαιον. Ὁ Α κατώρθωσε κατόπιν νὰ μεταβάλῃ λάθρᾳ τὸ κατ ̓ ἀρχὰς ἀνεγερθέν παρ' αὐτοῦ ξύλινον παράπηγμα εἰς οἰκοδόμημα ἐκ λίθινων τοίχων (Νομική, τομ. 1, 1895, σελ. 220 https://www.google.gr/books/edition/Nomik%C4%93/kSYaAAAAYAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%BC%CE%B1&pg=PA220&printsec=frontcover)
Ετυμολογία
λάθρα < αρχαία ελληνική λάθρα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →