λάιτ
•
- για φαγητά και ποτάπου έχει λίγες θερμίδες ή λίγα λιπαρά Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηελαφρύς, μη παχυντικός Βικιλεξικό
- για αλκοολούχα ποτάπου έχει χαμηλή περιεκτικότητα σε οινόπνευμα Βικιλεξικό
- γενικότερακαθετί χωρίς βάθος και ποιότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λάιτ < (άμεσο δάνειο) αγγλική light (ελαφρύς)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →