Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λάλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. φλύαρος, πολύ ομιλητικός, πολύλογος Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαυτός που παράγει ήχο μονότονο ως φλυαρία Βικιλεξικό
  3. ως αντικείμενο, ομιλών, λαλών, φλυαρώντας, πάρλας Βικιλεξικό
  4. ουσιαστικοποιημένοη οχλοβοή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λάλος < αρχαία ελληνική λάλος (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leh₂-) < (ηχομιμητική λέξη)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλάλοςλάλοςλάλο / λάλον
Γενικήλάλου—λάλου
Αιτιατικήλάλο—λάλο
Κλητικήλάλε—λάλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλάλοι—λάλα
Γενικήλάλων—λάλων
Αιτιατικήλάλους—λάλα
Κλητικήλάλοι—λάλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →