Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λάμδα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το ενδέκατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (πεζό: λ, κεφαλαίο: Λ) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λάμδα < → λείπει η ετυμολογία → δείτε και το αρχαίο λάβδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →