Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λάμνω

ρήμα
•
  1. κωπηλατώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λάμνω < μεσαιωνική ελληνική λάμνω < αρχαία ελληνική ἐλαύνω - το αρχικό άτονο φωνήεν αποβλήθηκε και το σύμπλεγμα υν (vn) τράπηκε σε μν (πρβλ εὔνοστος > ἔμνοστος)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςλάμνωλάμνειςλάμνειλάμνουμελάμνετελάμνουν / λάμνουνε
Παρατατικόςέλαμναέλαμνεςέλαμνελάμναμελάμνατεέλαμναν / λάμναν / λάμνανε
Μέλλονταςθα λάμνωθα λάμνειςθα λάμνειθα λάμνουμεθα λάμνετεθα λάμνουν / θα λάμνουνε
Υποτακτικήνα λάμνωνα λάμνειςνα λάμνεινα λάμνουμενα λάμνετενα λάμνουν / να λάμνουνε
Προστακτική—λάμνε——λάμνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →