λάμπασμα
•
- ιδιωματικόξωτικό, φάντασμα Βικιλεξικό
- ιδιωματικότο αποτέλεσμα του λαμπάζω Βικιλεξικό
- ιδιωματικόαδύνατος άνθρωπος εξαιτίας ασθένειας ή άλλης κακουχίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λάμπασμα < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →