λάντζα
•
- το πλύσιμο των πιάτων και των κατσαρολικών Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάθε δουλειά που είναι μεν απαραίτητο να γίνει, είναι όμως κουραστική και χωρίς κανένα ενδιαφέρον Βικιλεξικό
- μεγάλος νεροχύτης ή κάδος σε εστιατόρια για το πλύσιμο των πιάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λάντζα (1-3) < (άμεσο δάνειο) βενετική lanza < λατινική lancea : λάντζα (4) < (άμεσο δάνειο) ιταλική lancia < λατινική lancea
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λάντζα | λάντζες |
| Γενική | λάντζας | — |
| Αιτιατική | λάντζα | λάντζες |
| Κλητική | λάντζα | λάντζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →