λάου λάου
•
- πολύ αργά, σιγανά και πονηρά (λέγεται συνήθως η με πλάγιο τρόπο επίτευξη ενός σκοπού) Βικιλεξικό
- λάου λάου το πηγαίνεις
- Αυτή επάνω στο τεσσάρι, ο Ιάκωβος κάτω στο δυάρι. Λάου - λάου ο Νέστωρ θ' αγόραζε όλη την πολυκατοικία, μπορεί και να' τανε τ' όνειρό του αυτό. Είχε αγοράσει άλλο ένα τεσσάρι στον πέμπτο και το νοίκιαζε (Μάρω Δούκα, Ουράνια μηχανική, εκδ. Κέδρος, 1999, σελ. 16)
Ετυμολογία
λάου λάου < λαγός λάγου - λάγου, αντί λαγού - λαγού
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →