λάφι
•
- θηλαστικό ζώοελάφι Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας ⌘ Κωστής Παλαμάς, 1859‑1943, ποιητική συλλογή Η φλογέρα του Βασιλιά (1910) πλήρης τίτλος έκδοσης Η φλογέρα του Βασιλιά με την ηρωική τριλογία. Αθήνα: Τυπογραφείο «Εστία», 1910· β΄ έκδοση: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1920
- 19ος/20ός αιώνας, Λορέντζος Μαβίλης, Νάλας και Νταμαγιάντη, Απόσπασμα από το ινδικό έπος «Μαχαμπχαράτα».
Ετυμολογία
λάφι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική 'λάφι ή λάφι < μεσαιωνική ελληνική λάφιν με αποβολή του τελικού [n] < μεσαιωνική ελληνική ἐλάφιν
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λάφι | λάφια |
| Γενική | λαφιού | λαφιών |
| Αιτιατική | λάφι | λάφια |
| Κλητική | λάφι | λάφια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →