λέζα
•
- ανεπίσημοευθύνη, στην έκφραση «πληρώνω τη λέζα»: αναλαμβάνω την ευθύνη Βικιλεξικό
- Εγώ πλήρωσα τη λέζα». «Περίεργη γλώσσα χρησιμοποιείς. Τι είναι αυτή η λέζα;» «Πα να πει να πληρώσω εγώ το μάρμαρο, να φορτωθώ εγώ την ευθύνη που δεν μου ανήκε, να γίνω δηλαδή εγώ το εξιλαστήριο θύμα που λέμε»
- Αναδιάρθρωση: Απούσα η ΕΠΟ, «για να φάει όλη τη λέζα ο Αυγενάκης»
- ανεπίσημοστενοχώρια Βικιλεξικό
- ύφασμαείδος υφάσματος - δαντέλα Βικιλεξικό
- όρος στο χαρτοπαίγνιο πικέτο, που αναφέρεται όταν ένας παίκτης έχει μαζέψει τα περισσότερα χαρτιά Βικιλεξικό
- ανεπίσημοη λεζάντα Βικιλεξικό
- Δε μπορώ τώρα! Κάνω λέζα. (φτιάχνω τη λεζάντα)
Ετυμολογία
λέζα < πιθανώς (άμεσο δάνειο) βενετική leza • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λέζα | λέζες |
| Γενική | λέζας | — |
| Αιτιατική | λέζα | λέζες |
| Κλητική | λέζα | λέζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →