Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λέζα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ανεπίσημοευθύνη, στην έκφραση «πληρώνω τη λέζα»: αναλαμβάνω την ευθύνη Βικιλεξικό
    • Εγώ πλήρωσα τη λέζα». «Περίεργη γλώσσα χρησιμοποιείς. Τι είναι αυτή η λέζα;» «Πα να πει να πληρώσω εγώ το μάρμαρο, να φορτωθώ εγώ την ευθύνη που δεν μου ανήκε, να γίνω δηλαδή εγώ το εξιλαστήριο θύμα που λέμε»
    • Αναδιάρθρωση: Απούσα η ΕΠΟ, «για να φάει όλη τη λέζα ο Αυγενάκης»
  2. ανεπίσημοστενοχώρια Βικιλεξικό
  3. ύφασμαείδος υφάσματος - δαντέλα Βικιλεξικό
  4. όρος στο χαρτοπαίγνιο πικέτο, που αναφέρεται όταν ένας παίκτης έχει μαζέψει τα περισσότερα χαρτιά Βικιλεξικό
  5. ανεπίσημοη λεζάντα Βικιλεξικό
    • Δε μπορώ τώρα! Κάνω λέζα. (φτιάχνω τη λεζάντα)

Ετυμολογία

λέζα < πιθανώς (άμεσο δάνειο) βενετική leza • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλέζαλέζες
Γενικήλέζας—
Αιτιατικήλέζαλέζες
Κλητικήλέζαλέζες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →