λέκιθος
•
- λόγιοο κρόκος ενός αβγού Βικιλεξικό
- βιολογίατο βασικό δομικό συστατικό ενός ώριμου ωαρίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λέκιθος < αρχαία ελληνική λέκῐθος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λέκιθος | λέκιθοι |
| Γενική | λεκίθου | λεκίθων |
| Αιτιατική | λέκιθο | λεκίθους |
| Κλητική | λέκιθε | λέκιθοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →