Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λέπτυνση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λεπταίνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λέπτυνση < αρχαία ελληνική λέπτυνσις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλέπτυνσηλεπτύνσεις
Γενικήλέπτυνσηςλεπτύνσεων
Αιτιατικήλέπτυνσηλεπτύνσεις
Κλητικήλέπτυνσηλεπτύνσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →