Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λέσι

/ˈle.si/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το ψοφίμι, πτώμα ζώου Βικιλεξικό
    • βρομάει σα λέσι
  2. η δυσοσμία που αναδίνει, η βρόμα Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάγια άνθρωπο αδύναμο και αποκαμωμένο, σαν ψοφίμι Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάγια άνθρωπο βρώμικο Βικιλεξικό
  5. παρωχημένοαπό τους Τούρκους, περιφρονητικά, για πτώμα χριστιανού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λέσι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λέσι < οθωμανική τουρκική لاش (leş) (τουρκική leş ψοφίμι) + -ι < περσική لاش (lāš)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλέσιλέσια
Γενικήλεσιούλεσιών
Αιτιατικήλέσιλέσια
Κλητικήλέσιλέσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →