λέσι
•
- το ψοφίμι, πτώμα ζώου Βικιλεξικό
- βρομάει σα λέσι
- η δυσοσμία που αναδίνει, η βρόμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάγια άνθρωπο αδύναμο και αποκαμωμένο, σαν ψοφίμι Βικιλεξικό
- μεταφορικάγια άνθρωπο βρώμικο Βικιλεξικό
- παρωχημένοαπό τους Τούρκους, περιφρονητικά, για πτώμα χριστιανού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λέσι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λέσι < οθωμανική τουρκική لاش (leş) (τουρκική leş ψοφίμι) + -ι < περσική لاش (lāš)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λέσι | λέσια |
| Γενική | λεσιού | λεσιών |
| Αιτιατική | λέσι | λέσια |
| Κλητική | λέσι | λέσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →