λέσχη
•
- χώρος όπου συγκεντρώνονται και συχνάζουν πρόσωπα που συνδέονται με κοινά ενδιαφέροντα ή συμφέροντα και όπου αναπτύσσουν κοινές δραστηριότητες Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο σύνολο των προσώπων που αποτελούν την λέσχη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λέσχη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λέσχη < λέχω / λέχομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λέσχη | λέσχες |
| Γενική | λέσχης | λεσχών |
| Αιτιατική | λέσχη | λέσχες |
| Κλητική | λέσχη | λέσχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →