λέω το ψωμί ψωμάκι
•
- βρίσκομαι σε κατάσταση φτώχειας και ένδειας, στερούμαι βασικά καταναλωτικά αγαθά Βικιλεξικό
- Θύματα του πολέμου οι καταναλωτές, αφού συχνά ο πόλεμος γινόταν θερμός. Οι φούρνοι έκλειναν σε ένδειξη διαμαρτυρίας και ο αρμόδιος υπουργός καλείτο να ορίσει τη δίκαιη τιμή του ψωμιού. Η κοινωνία αναστατωνόταν κι ένα οικονομικό πρόβλημα γινόταν πολιτικός πονοκέφαλος. «Θα πούμε το ψωμί, ψωμάκι», έγραφαν συνήθως οι εφημερίδες και συνηθέστερα αυξήσεις φωτιά ενέκρινε η κυβέρνηση.
Ετυμολογία
λέω το ψωμί ψωμάκι < → δείτε τις λέξεις λέω, ψωμί και ψωμάκι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →