λήγων
•
- που λήγει, καταλήγει, ο τελευταίος Βικιλεξικό
- ο λήγων αριθμός στο Λαϊκό λαχείο...
- ο λήγων του ΑΦΜ
- που τελειώνει τώρα ή σε μια ορισμένη ημερομηνία, που απέρχεται, Βικιλεξικό
- Σημαντικά θέματα στην τελευταία για την λήγουσα θητεία του...
- Η θητεία του νέου Δ.Σ. είναι πενταετής, λήγουσα την 30.06.2018
- Αρχόμενος από του έτους 1838 Απριλίου 20 και λήγων τω 1858 Δεκεμβρίου 31
- Ως διάρκεια του Διαγωνισμού ορίζεται... αρχόμενος την 20/10/2013 και λήγων την 31/01/2014
- ο λήγων μήνας δεν ήταν ο καλύτερος για τον τουρισμό φέτος
- Μεγαλύτερος όγκος των ανταλλαγών στο εξωτερικό εμπόριο της Σερβίας κατά το λήγον έτος 2013
Ετυμολογία
λήγων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λήγων, λήγουσα, λῆγον, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λήγω
Άλλοι τύποι
λήγονλήγονταλήγονταςλήγοντεςλήγοντοςλήγουσαλήγουσαςλήγουσεςλήγωνληγουσώνληγούσηςληγόντων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →