λίβας
•
- άνεμοςξηρός και θερμός νοτιοδυτικός άνεμος Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπολύ ζεστός και συνήθως καταστροφικός, για τη γεωργία, άνεμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λίβας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λίβας < ελληνιστική κοινή λίψ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λίβας | — |
| Γενική | λίβα | — |
| Αιτιατική | λίβα | — |
| Κλητική | λίβα | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →