λίζινγκ
•
- νεολογισμόςη ενοικίαση αυτοκινήτων (ή άλλων οχημάτων, αντικειμένων, μηχανημάτων κ.λπ.) για σχετικά μεγαλύτερο χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λίζινγκ < (λόγιο δάνειο) αγγλική leasing < lease < μέση αγγλική *lesen < αγγλονορμανδική *leser < παλαιά γαλλική lesser, laisier (αφήνω) < μεσαιωνική λατινική lasso (αφήνω) < λατινική laxo (λύνω) < laxus (λυτός) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *slǵ-so (αδύναμος, ασθενικός)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →