λίθινος
•
- που είναι φτιαγμένος από λίθο, πέτρα Βικιλεξικό
- Εἰς τό πρῶτον σημεῖον, τό κατέναντι τῆς Χαιρωνείας, ἐκεῖ ἀκριβῶς ὅπου ὁ Κηφισός παραρρέει τήν ἀρχήν τοῦ βραχώδους Ἀκοντίου ὅρους καί ἡ πρός τήν Ἀταλάντην ἀτραπός διέρχεται τήν λίθινην τοῦ ποταμοῦ γέφυραν, θά ὑπῆρχε πᾶς λόγος νά ζητηθῇ τό Πολυάνδριον τῶν Μακεδόνων, ἐάν ἤθελε ὑποτεθῇ ὅτι ὁ ἑλληνικός στρατός παρετάχθη μεταξύ Χαιρωνείας καί Κηφισοῦ. (Πρακτικά τής εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρίας του έτους 1899, Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα, 1900, σελ. 53)
- Ορισμένοι λίθοι με κοιλότητες που βρέθηκαν στη Δυτική Οικία ερμηνεύονται ως εργαλεία για τη στήριξη του άξονα του τοξοτρύπανου. Οι ολιγάριθμοι όμως οπείς από οψιανό της Δυτικής Οικίας δεν αντιστοιχούν στα χαρακτηριστικά συμπαγή λίθινα τέρετρα που εξόπλιζαν τα τρυπάνια ταχείας περιστροφής (τοξοτρύπανα ή τρυπάνια με ιμάντα), με τα οποία προτείνεται ότι σχετίζονται αυτοί οι λίθοι. (Αντίκλεια Μουνδρέα-Αγραφιώτη, Ακρωτήρι Θήρας: δυτική οικία : τράπεζες, λίθινα, μετάλλινα, ποικίλα, 2007, σελ. 172)
- Τό δημόσιον ἐπέτρεψεν εἰς τόν Α νά ἐγείρη παράπηγμα ἐπὶ ἐθνικοῦ οἰκοπέδου, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ κατεδαφίζῃ τοῦτο καὶ παραλαμβάνῃ τὸ ὑλικόν, ὁπόταν τῷ ἐπιτάξῃ τὸ δημόσιον. Πέρὶ τούτου δὲ συνετάχθη καὶ συμβόλαιον. Ὁ Α κατώρθωσε κατόπιν νὰ μεταβάλῃ λάθρᾳ τὸ κατ ̓ ἀρχὰς ἀνεγερθέν παρ' αὐτοῦ ξύλινον παράπηγμα εἰς οἰκοδόμημα ἐκ λίθινων τοίχων (Νομική, τομ. 1, 1895, σελ. 220 https://www.google.gr/books/edition/Nomik%C4%93/kSYaAAAAYAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%BC%CE%B1&pg=PA220&printsec=frontcover)
- που αναφέρεται στην εποχή που το κύριο υλικό κατασκευής εργαλείων και όπλων ήταν ο λίθος Βικιλεξικό
- η λίθινη εποχή
Ετυμολογία
λίθινος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λίθινος < λίθ(ος) + -ινος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λίθινος | λίθινη | λίθινο |
| Γενική | λίθινου | λίθινης | λίθινου |
| Αιτιατική | λίθινο | λίθινη | λίθινο |
| Κλητική | λίθινε | λίθινη | λίθινο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λίθινοι | λίθινες | λίθινα |
| Γενική | λίθινων | λίθινων | λίθινων |
| Αιτιατική | λίθινους | λίθινες | λίθινα |
| Κλητική | λίθινοι | λίθινες | λίθινα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →