Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιμά

/liˈma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. σε χαρτοπαίγνιοτα τραπουλόχαρτα με μικρούς αριθμούς (λ.χ. κάτω του 7 ή 8), που έχουν μικρή αξία - ισχύ στα περισσότερα παιχνίδια με χαρτιά Βικιλεξικό
  2. για χρήματατα ψιλά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιμά < λιμ(ός) + -ά • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλιμάλιμά
Γενική—λιμών
Αιτιατική—λιμά
Κλητική—λιμά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

λίμα

/ˈli.ma/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. εργαλείο με μικρές οδοντωτές προεξοχές, που χρησιμεύει στη λείανση μεταλλικών ή ξύλινων επιφανειών και αντικειμένων, ή να λειαίνουμε τα νύχια των χεριών και των ποδιών (στο μανικιούρ/πεντικιούρ) Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάφλυαρία Βικιλεξικό
    • Έφυγα από το σπήτι μου με την πρόθεση να επισκεφθώ μιαν έκθεσιν ζωγραφικής κάποιου καλού μας καλλιτέχνη, όταν... ο φίλος που συναντούμε στο δρόμο για να μας αλλάξη το πρόγραμμα – όταν δεν μας αλλάζη τον αδόξαστο με τη λίμα του – με παρέσυρε σ' ένα φιλικό τσάϊ.
  3. συνεκδοχικάφλύαρος Βικιλεξικό
  4. προφορικόπείνα Βικιλεξικό
  5. προφορικόλαιμαργία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λίμα < (άμεσο δάνειο) ιταλική lima < λατινική lima < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *lei-

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλίμαλίμες
Γενικήλίμαςλιμών
Αιτιατικήλίμαλίμες
Κλητικήλίμαλίμες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →