λίμπα
•
- σπάνιολάκος ή δεξαμενή όπου καταλήγει υγρό, συνήθως λάδι Βικιλεξικό
- στη φράση τα κάνω λίμπα: καταστροφή, διάλυση, αναστάτωση (κυριολεκτικά: ρίχνω υγρό (νερό ή λάδι) παντού, πνίγω τα πάντα σε υγρό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λίμπα (αντιδάνειο) < (άμεσο δάνειο) ιταλική νότια διάλεκτος: limba (λεκάνη, λακκούβα) < υστερολατινική lembus ή limbus < αρχαία ελληνική λέμβος (μικρό σκάφος). Συγγενικά: αλβανικά limbë.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λίμπα | λίμπες |
| Γενική | λίμπας | λιμπών |
| Αιτιατική | λίμπα | λίμπες |
| Κλητική | λίμπα | λίμπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →