λίμπο
•
- θρησκείακόσμος ανάμεσα στην κόλαση και τον παράδεισο Βικιλεξικό
- μεταφορικάαναμονή σε κατάσταση άγνοιας Βικιλεξικό
- χορός με περάσματα κάτω από σταδιακά χαμηλούμενη μπάρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λίμπο < # λατινικά: limbus (“σύνορο”) # αγγλικά: limber (“εύκαμπτος”)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →