Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λίπος

/ˈli.pos/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κάθε λιπαρή ουσία Βικιλεξικό
    • Σκοπός της διαδικασίας είναι η κατασκευή μαγειρικών λιπών, για τα οποία τα στερεά πλέον λινέλαια και ιχθυέλαια αναμειγνύονται με ελαιόλαδο και βαμβακέλαιο. Τη σχετική παραγωγή ο Ελαιοφοίνιξ άρχισε το 1931. Ως τότε στην Ελλάδα χρησιμοποιούνται εισαγόμενα μαγειρικά λίπη από τη Βόρεια Ευρώπη (συνήθως με πρώτη ύλη το ιχθυέλαιο) (Ευάγγελος Α. Χεκίμογλου, Η ιστορία της βιομηχανίας τροφίμων, εκδόσεις Κέρκυρα, 2006, σελ. 101)
  2. το πάχος Βικιλεξικό
    • Σύμφωνα πάντα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ως παχυσαρκία και υπερβαρότητα χαρακτηρίζονται οι καταστάσεις αυξημένης συσσώρευσης λίπους στο σώμα σε βαθμό που να αποτελούν απειλή για την υγεία του οργανισμού. (Παχυσαρκία - Υπερβαρότητα, ΓΕΜAτο Διατροφή, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιo, ανάκτηση 18/5/2026 https://webms.hua.gr/diatrofi/index.php?option=com_content&view=article&id=307:paxisarkia-ipervarotita&catid=108&Itemid=948)
  3. τα λιπίδια, κατηγορία χημικών ενώσεων με ανάλογη σύσταση / ιδιότητες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λίπος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λίπος, (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική graissez και την αγγλική fat)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλίποςλίπη
Γενικήλίπουςλιπών
Αιτιατικήλίποςλίπη
Κλητικήλίποςλίπη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →