λίρα
•
- νόμισμαχρυσό νόμισμα διαφόρων χωρών Βικιλεξικό
- νόμισμαιδίως η αγγλική χρυσή λίρα, σόβερεϊν Βικιλεξικό
- νόμισμανόμισμα (χαρτονόμισμα ή κέρμα) διαφόρων χωρών Βικιλεξικό
- αγγλική λίρα, τουρκική λίρα
Ετυμολογία
λίρα < (άμεσο δάνειο) ιταλική lira < λατινική libra
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λίρα | λίρες |
| Γενική | λίρας | λιρών |
| Αιτιατική | λίρα | λίρες |
| Κλητική | λίρα | λίρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →