λίφτινγκ
•
- ιατρικήπλαστική επέμβαση στην οποία το δέρμα τεντώνεται ώστε να εξαφανιστούν οι ρυτίδες Βικιλεξικό
- μεταφορικάη επιφανειακή αλλά όχι πραγματική αλλαγή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λίφτινγκ (νεολογισμός) < (λόγιο δάνειο) αγγλική lifting ή face-lifting < lift
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →