λαίμαργος
•
- που δε χορταίνει να τρώει, που έχει ακόρεστη όρεξη για φαγητό Βικιλεξικό
- που τρώει με μεγάλη ταχύτητα και βουλιμία Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου έχει απληστία και δεν ικανοποιείται εύκολα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαίμαργος < αρχαία ελληνική λαίμαργος < λαιμός + μάργος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λαίμαργος | λαίμαργη | λαίμαργο |
| Γενική | λαίμαργου | λαίμαργης | λαίμαργου |
| Αιτιατική | λαίμαργο | λαίμαργη | λαίμαργο |
| Κλητική | λαίμαργε | λαίμαργη | λαίμαργο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λαίμαργοι | λαίμαργες | λαίμαργα |
| Γενική | λαίμαργων | λαίμαργων | λαίμαργων |
| Αιτιατική | λαίμαργους | λαίμαργες | λαίμαργα |
| Κλητική | λαίμαργοι | λαίμαργες | λαίμαργα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →