λαβίδα
•
- το εργαλείο με δύο σκέλη που χρησιμοποιείται για να πιάνουμε αντικείμενα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαβίδα < αρχαία ελληνική λαβίς < λαβή + -ίς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαβίδα | λαβίδες |
| Γενική | λαβίδας | λαβίδων |
| Αιτιατική | λαβίδα | λαβίδες |
| Κλητική | λαβίδα | λαβίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →