λαβομάνο
•
- παρωχημένοo νιπτήρας Βικιλεξικό
- παρωχημένοχαμηλό έπιπλο με βαθούλωμα στο οποίο τοποθετούσαν μία λεκάνη και δίπλα της μία κανάτα με νερό, για να πλύνει κάποιος το πρόσωπό του και τα χέρια του Βικιλεξικό
- Τὸ μάτι τοῦ μαρκονιστῆ ἔπεσε σ’ ἕνα μπουκάλι ποὺ βρισκόταν πάνου ἀπ’ τὸ λαβομάνο.
Ετυμολογία
λαβομάνο < ιταλική lavamano < lavare ( < λατινική lavo, πλένω) + mano ( < λατινική manus, χέρι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαβομάνο | λαβομάνα |
| Γενική | λαβομάνου | λαβομάνων |
| Αιτιατική | λαβομάνο | λαβομάνα |
| Κλητική | λαβομάνο | λαβομάνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →