λαβυρινθίτιδα
•
- ιατρικήη φλεγμονή του λαβυρίνθου του αφτιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαβυρινθίτιδα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα λαβυρινθῖτις από την αιτιατική ενικού «λαβυρινθίτιδα» σε -ίτιδα: λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική labyrinthitis < αρχαία ελληνική λαβύρινθος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαβυρινθίτιδα | λαβυρινθίτιδες |
| Γενική | λαβυρινθίτιδας | λαβυρινθίτιδων |
| Αιτιατική | λαβυρινθίτιδα | λαβυρινθίτιδες |
| Κλητική | λαβυρινθίτιδα | λαβυρινθίτιδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →