λαβωμένος
•
- πληγωμένος, τραυματισμένος, σωματικά ή ψυχικά ή γενικά με μεταφορική έννοια Βικιλεξικό
- ...και όντας λαβωμένος, λησμονώντας τες πληγές του εγκάρδιωνε τους γειτόνους του (Χρονικό του Γαλαξιδιού, Ευθύμιος ιερομόναχος)
- Λαβωμένος ο ΣΥΝ(ασπισμός) μετά το Συνέδριο (τίτλος της εφημ. "Ελευθεροτυπία" 7/6/2010)
Ετυμολογία
λαβωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου λαβώνω
Άλλοι τύποι
λαβωμέναλαβωμένελαβωμένεςλαβωμένηλαβωμένηςλαβωμένολαβωμένοιλαβωμένοςλαβωμένουλαβωμένουςλαβωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →