Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαγίσιος

/laˈʝi.sços/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. χορόςπαραδοσιακός χορός όπως στη Θράκη με μίμηση του λαγού Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: λαΐσιος (ιδιωματικό)
    • Επετηρίς του Λαογραφικού Αρχείου, Τόμοι 13-14, Ακαδημία Αθηνών, 1960. @books.google
    • Ο λαγίσιος τέλος είναι κωμικός ιδιότυπος χορός, όπου ένας χορευτής παριστάνει τόν λαγωόν και άλλος τον κυνηγόν [μεταγραφή από πολυτονικό]

Ετυμολογία

λαγίσιος < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου λαγίσιος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλαγίσιος / λαγίσια / λαγίσιος / λαγίσιολαγίσιοι / λαγίσιες / λαγίσιοι / λαγίσια
Γενικήλαγίσιου / λαγίσιας / λαγίσιου / λαγίσιουλαγίσιων / λαγίσιων / λαγίσιων / λαγίσιων
Αιτιατικήλαγίσιο / λαγίσια / λαγίσιο / λαγίσιολαγίσιους / λαγίσιες / λαγίσιους / λαγίσια
Κλητικήλαγίσιε / λαγίσια / λαγίσιε / λαγίσιολαγίσιοι / λαγίσιες / λαγίσιοι / λαγίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

λαγίσιος

/laˈʝi.sços/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοόπως του λαγού, που θυμίζει λαγό Βικιλεξικό
    • ⌘ Άνθιμος Γαζής (1809-1916) Ανθίμου Γαζή Λεξικόν ελληνικόν προς χρήσιν των περί τους παλαιούς συγγραφείς ενασχολουμένων. Επιστασία και διορθώσει Σπυρίδωνος Βλαντή. Έκδοσις πρώτη. Εν Βενετία: Τύποις Μιχαήλ Γλυκύ του εξ Ιωαννίνων, Τόμοι 3. (Τόμος 2, 1812)
    • ΣτΕ: ο Γαζής χρησιμοποιεί τη λέξη λαγίσιος σαν ερμήνευμα στα λήμματα αρχαίων ελληνικών λάγειος και λαγῷος
    • λάγειος, ὁ, ἡ. (λαγός) ἀπὸ λαγὸν,^([sic]) λαγίσιος. (pdf@anemi)

Ετυμολογία

λαγίσιος < λαγ(ός) + -ίσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλαγίσιοςλαγίσιαλαγίσιο
Γενικήλαγίσιουλαγίσιαςλαγίσιου
Αιτιατικήλαγίσιολαγίσιαλαγίσιο
Κλητικήλαγίσιελαγίσιαλαγίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλαγίσιοιλαγίσιεςλαγίσια
Γενικήλαγίσιωνλαγίσιωνλαγίσιων
Αιτιατικήλαγίσιουςλαγίσιεςλαγίσια
Κλητικήλαγίσιοιλαγίσιεςλαγίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →