λαγίσιος
•
- χορόςπαραδοσιακός χορός όπως στη Θράκη με μίμηση του λαγού Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: λαΐσιος (ιδιωματικό)
- Επετηρίς του Λαογραφικού Αρχείου, Τόμοι 13-14, Ακαδημία Αθηνών, 1960. @books.google
- Ο λαγίσιος τέλος είναι κωμικός ιδιότυπος χορός, όπου ένας χορευτής παριστάνει τόν λαγωόν και άλλος τον κυνηγόν [μεταγραφή από πολυτονικό]
Ετυμολογία
λαγίσιος < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου λαγίσιος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαγίσιος / λαγίσια / λαγίσιος / λαγίσιο | λαγίσιοι / λαγίσιες / λαγίσιοι / λαγίσια |
| Γενική | λαγίσιου / λαγίσιας / λαγίσιου / λαγίσιου | λαγίσιων / λαγίσιων / λαγίσιων / λαγίσιων |
| Αιτιατική | λαγίσιο / λαγίσια / λαγίσιο / λαγίσιο | λαγίσιους / λαγίσιες / λαγίσιους / λαγίσια |
| Κλητική | λαγίσιε / λαγίσια / λαγίσιε / λαγίσιο | λαγίσιοι / λαγίσιες / λαγίσιοι / λαγίσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →