Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαγαρός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για υγράκαθαρός, διαυγής Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάσαφής, ξεκάθαρος, διαυγής Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία-Κίνα, αρχική έκδοση 1938.
    • Να 'ναι έτσι απλά και λαγαρά τα πράματα και να μην τα σκεφτώ από καιρό!

Ετυμολογία

λαγαρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λαγαρός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλαγαρόςλαγαρήλαγαρό
Γενικήλαγαρούλαγαρήςλαγαρού
Αιτιατικήλαγαρόλαγαρήλαγαρό
Κλητικήλαγαρέλαγαρήλαγαρό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλαγαροίλαγαρέςλαγαρά
Γενικήλαγαρώνλαγαρώνλαγαρών
Αιτιατικήλαγαρούςλαγαρέςλαγαρά
Κλητικήλαγαροίλαγαρέςλαγαρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →