Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαγγεύω

/laŋˈɟe.vo/ρήμα
•
  1. καίω, καταστρέφω Βικιλεξικό
    • Γιατί είν' ο Μάρτης δίβουλος, ο μήνας που γελάει και που θυμώνει. Και φτονερός, τον κήπο τρόμαξε! Και λάγγεψε κάθε άνθισμά του και τ' απόκοψε. Κάθε χυμό τον πισωγύρισε, μες στο ταξίδι του. (Γιάννης Βλαχογιάννης, Λόγοι και αντίλογοι, 1925)
  2. αποχαυνώνομαι από ερωτική επιθυμία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λαγγεύω < *(κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λαγγεύω < αρχαία ελληνική λαγγ(άζω) + -εύω

Άλλοι τύποι

λάγγευαλάγγεψαλαγγέψωλαγγεμένοςλαγγεύομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →