λαγκάρω
•
- διαδικτυακή αργκόλειτουργώ πιο αργά από ό,τι αναμένεται, δεν αποδίδω σωστά Βικιλεξικό
- Πάλι λαγκάρει ο υπολογιστής μου, νομίζω πως ήρθε η ώρα να αγοράσω καινούργιο.
- διαδικτυακή αργκόλειτουργώ πιο αργά από ό,τι αναμένεται, δεν αποδίδω σωστά Βικιλεξικό
- Έλα βρε, ήθελα να το συζητήσουμε και όλως τυχαίως άρχισες να λαγκάρεις, λες και δεν ήξερες περί τίνος επρόκειτο!
Ετυμολογία
λαγκάρω < λαγκ + κατάληξη -άρω < (άμεσο δάνειο) αγγλική lag
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →