λαγοκοιμάμαι
•
- κοιμάμαι πολύ ελαφρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαγοκοιμάμαι < λαγ(ός) + -ο- + κοιμάμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λαγοκοιμάμαι / λαγοκοιμούμαι | λαγοκοιμάσαι | λαγοκοιμάται | λαγοκοιμούμαστε / λαγοκοιμόμαστε | λαγοκοιμάστε | λαγοκοιμούνται |
| Παρατατικός | λαγοκοιμόμουν / λαγοκοιμόμουνα | λαγοκοιμόσουν / λαγοκοιμόσουνα | λαγοκοιμόταν / λαγοκοιμότανε | λαγοκοιμόμασταν / λαγοκοιμόμαστε | λαγοκοιμόσασταν / λαγοκοιμόσαστε | λαγοκοιμούνταν |
| Αόριστος | λαγοκοιμήθηκα | λαγοκοιμήθηκες | λαγοκοιμήθηκε | λαγοκοιμηθήκαμε | λαγοκοιμηθήκατε | λαγοκοιμήθηκαν / λαγοκοιμηθήκαν / λαγοκοιμηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα λαγοκοιμάμαι / θα λαγοκοιμηθώ / θα λαγοκοιμούμαι | θα λαγοκοιμάσαι / θα λαγοκοιμηθείς | θα λαγοκοιμάται / θα λαγοκοιμηθεί | θα λαγοκοιμηθούμε / θα λαγοκοιμούμαστε / θα λαγοκοιμόμαστε | θα λαγοκοιμάστε / θα λαγοκοιμηθείτε | θα λαγοκοιμηθούν / θα λαγοκοιμηθούνε / θα λαγοκοιμούνται |
| Παρακείμενος | έχω λαγοκοιμηθεί | έχεις λαγοκοιμηθεί | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λαγοκοιμηθεί | είχες λαγοκοιμηθεί | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λαγοκοιμηθεί / να λαγοκοιμάμαι / να λαγοκοιμηθώ / να λαγοκοιμούμαι | να έχεις λαγοκοιμηθεί / να λαγοκοιμάσαι / να λαγοκοιμηθείς | να λαγοκοιμάται / να λαγοκοιμηθεί | να λαγοκοιμηθούμε / να λαγοκοιμούμαστε / να λαγοκοιμόμαστε | να λαγοκοιμάστε / να λαγοκοιμηθείτε | να λαγοκοιμηθούν / να λαγοκοιμηθούνε / να λαγοκοιμούνται |
| Προστακτική | — | λαγοκοιμήσου | — | — | λαγοκοιμείστε / λαγοκοιμηθείτε / λαγοκοιμιέστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →