λαγουδέρα
•
- παρωχημένοραβδί με το οποίο κυνηγούσαν άλλοτε τους λαγούς Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςμεταλλικό ή ξύλινο στέλεχος του πηδαλίου μιας βάρκας Βικιλεξικό
- Ο γέρος έβαλε τη λαγουδέρα ανάμεσα στις γάμπες του, άναψε το τσιγάρο του, και είπε: Είναι η ρεστία. Σαν πέσει ο αέρας δε γαληνεύει αμέσως η θάλασσα. Μένει κάμποσο ακόμα ταραγμένη. Χωρίς να το δείχνει στο μάτι (Τα νέα γράμματα, τόμ. 2, 1936, σελ. 284)
Ετυμολογία
λαγουδέρα < λαγούδι + -έρα < μεσαιωνική ελληνική λαγούδιν / λαγούδιον < λαγός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαγουδέρα | λαγουδέρες |
| Γενική | λαγουδέρας | λαγουδέρων |
| Αιτιατική | λαγουδέρα | λαγουδέρες |
| Κλητική | λαγουδέρα | λαγουδέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →