λαγωχειλικός
•
- που έχει σχέση με τη λαγωχειλία, αναφέρεται σ’ αυτή ή παρουσιάζει λαγωχειλία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαγωχειλικός < λαγώχειλος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λαγωχειλικός | λαγωχειλική | λαγωχειλικό |
| Γενική | λαγωχειλικού | λαγωχειλικής | λαγωχειλικού |
| Αιτιατική | λαγωχειλικό | λαγωχειλική | λαγωχειλικό |
| Κλητική | λαγωχειλικέ | λαγωχειλική | λαγωχειλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λαγωχειλικοί | λαγωχειλικές | λαγωχειλικά |
| Γενική | λαγωχειλικών | λαγωχειλικών | λαγωχειλικών |
| Αιτιατική | λαγωχειλικούς | λαγωχειλικές | λαγωχειλικά |
| Κλητική | λαγωχειλικοί | λαγωχειλικές | λαγωχειλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →