λαδάδικο
•
- κατάστημα που πουλάει λάδι Βικιλεξικό
- κατάστημα που πουλάει λιπαντικά (λάδια) για αυτοκίνητο Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςδεξαμενόπλοιο μεταφοράς λαδιών ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαδάδικο < λάδ(ι) + -άδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαδάδικο | λαδάδικα |
| Γενική | λαδάδικου | λαδάδικων |
| Αιτιατική | λαδάδικο | λαδάδικα |
| Κλητική | λαδάδικο | λαδάδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →