λαδάς
•
- επάγγελμαο έμπορος λαδιού Βικιλεξικό
- Οἱ μπακάληδες, οἱ καφετζῆδες, οἱ φουρνάρηδες, οἱ λαδάδες, οἱ κρασοπῶλες καὶ ἄλλοι, ποὺ ἔδιναν «βερεσέ» , εἶχαν κι αὐτοὶ τὶς τσέτλες τους (3ο συμπόσιο λαογραφίας του βορειοελλαδίτικου χώρου: Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη. Αλεξανδρούπολη, 14-18, Οκτωβρίου, Τόμος 186, Μέρος 1, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1980)
- ο εργατοτεχνίτης υπεύθυνος για το λάδωμα μηχανών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαδάς < λάδι + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαδάς | λαδάδες |
| Γενική | λαδά | λαδάδων |
| Αιτιατική | λαδά | λαδάδες |
| Κλητική | λαδά | λαδάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →