λαδή
•
- αργκόδηλαδή (συνηθως ερωτηματικό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαδή < αφετικός τύπος του δηλαδή
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
λαδή < αφετικός τύπος του δηλαδή
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →