Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαδιά

/laˈðʝa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λεκές που έγινε από λάδι Βικιλεξικό
    • Πονούσε από τα χτυπήματα στο σώμα, αλλά αυτός το παλτό σκεφτόταν, πως το έκανε μαντάρα, και πως θα έπρεπε να το πάει στο καθαριστήριο , που σημαίνει ότι για μέρες θα κυκλοφορούσε με το κρύο χωρίς πανωφόρι, μόνο με το σακάκι. Χώρια που δεν ήταν σίγουρος αν θα έβγαινε η λαδιά από τη φασολάδα. (Κοσμάς Ι Χαρπαντίδης, Τα δώρα του πανικού: μυθιστόρημα, εκδ. Κέδρος, 2006, σελ. 162)
  2. οικείοενέργεια που αντιβαίνει στην ηθική ή το νόμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λαδιά < λάδ(ι) + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλαδιάλαδιές
Γενικήλαδιάςλαδιών
Αιτιατικήλαδιάλαδιές
Κλητικήλαδιάλαδιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

λαδιά

/laˈðʝa/επίθετο
•
  1. θηλυκό του λαδίς Βικιλεξικό
    • Μόλις είχαν τελειώσει το βραδινό στο ακομοδέσιο, κι ο Αρίστος του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει στην κουβέρτα. Φόρεσαν τις λαδιές νιτσεράδες και κάλυψαν τα κεφάλια με μάλλινα σκουφιά. (Βανέσα Αδαμοπούλου, Αθώοι στον έρωτα, 2011)

Ετυμολογία

λαδιά < λαδί

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλαδιάλαδιάλαδιά
Γενικήλαδιάςλαδιάςλαδιάς
Αιτιατικήλαδιάλαδιάλαδιά
Κλητικήλαδιάλαδιάλαδιά

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλαδιέςλαδιέςλαδιές
Γενικήλαδιώνλαδιώνλαδιών
Αιτιατικήλαδιέςλαδιέςλαδιές
Κλητικήλαδιέςλαδιέςλαδιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →