λαδιά
•
- λεκές που έγινε από λάδι Βικιλεξικό
- Πονούσε από τα χτυπήματα στο σώμα, αλλά αυτός το παλτό σκεφτόταν, πως το έκανε μαντάρα, και πως θα έπρεπε να το πάει στο καθαριστήριο , που σημαίνει ότι για μέρες θα κυκλοφορούσε με το κρύο χωρίς πανωφόρι, μόνο με το σακάκι. Χώρια που δεν ήταν σίγουρος αν θα έβγαινε η λαδιά από τη φασολάδα. (Κοσμάς Ι Χαρπαντίδης, Τα δώρα του πανικού: μυθιστόρημα, εκδ. Κέδρος, 2006, σελ. 162)
- οικείοενέργεια που αντιβαίνει στην ηθική ή το νόμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαδιά < λάδ(ι) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαδιά | λαδιές |
| Γενική | λαδιάς | λαδιών |
| Αιτιατική | λαδιά | λαδιές |
| Κλητική | λαδιά | λαδιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →