λαδιάρης
•
- ο λαδάς Βικιλεξικό
- διαφθοράο εμπλεκόμενος σε δωροδοκία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαδιάρης < λάδι + -ιάρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαδιάρης | λαδιάρηδες |
| Γενική | λαδιάρη | λαδιάρηδων |
| Αιτιατική | λαδιάρη | λαδιάρηδες |
| Κλητική | λαδιάρη | λαδιάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →