λαδώνω
•
- αλείφω με λάδι Βικιλεξικό
- λαδώνετε καλά ένα ταψί
- λιπαίνω μηχανή με ορυκτέλαιο Βικιλεξικό
- λεκιάζω με λάδι Βικιλεξικό
- χθες λάδωσα το πουκάμισό μου
- διαφθοράδίνω σε κάποιον χρήματα για να με ευνοήσει σε κάτι Βικιλεξικό
- προσπάθησε να λαδώσει τον δικαστή αλλά δεν τα κατάφερε
- θρησκείααλείφω με λάδι το παιδί που βαφτίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαδώνω < λάδι + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λαδώνω | λαδώνεις | λαδώνει | λαδώνουμε | λαδώνετε | λαδώνουν / λαδώνουνε |
| Παρατατικός | λάδωνα | λάδωνες | λάδωνε | λαδώναμε | λαδώνατε | λάδωναν / λαδώναν / λαδώνανε |
| Αόριστος | λάδωσα | λάδωσες | λάδωσε | λαδώσαμε | λαδώσατε | λάδωσαν / λαδώσαν / λαδώσανε |
| Μέλλοντας | θα λαδώνω / θα λαδώσω | θα λαδώνεις / θα λαδώσεις | θα λαδώνει / θα λαδώσει | θα λαδώνουμε / θα λαδώσουμε | θα λαδώνετε / θα λαδώσετε | θα λαδώνουν / θα λαδώνουνε / θα λαδώσουν / θα λαδώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λαδώσει | έχεις λαδώσει | έχει λαδώσει | έχουμε λαδώσει | έχετε λαδώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λαδώσει | είχες λαδώσει | είχε λαδώσει | είχαμε λαδώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λαδώσει / να λαδώνω / να λαδώσω | να έχεις λαδώσει / να λαδώνεις / να λαδώσεις | να έχει λαδώσει / να λαδώνει / να λαδώσει | να έχουμε λαδώσει / να λαδώνουμε / να λαδώσουμε | να έχετε λαδώσει / να λαδώνετε / να λαδώσετε | να λαδώνουν / να λαδώνουνε / να λαδώσουν / να λαδώσουνε |
| Προστακτική | — | λάδωνε / λάδωσε | — | — | λαδώνετε / λαδώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →