Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαζαρικό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαογραφίατραγούδι που τραγουδιέται το Σάββατο του Λαζάρου ή την παραμονή Βικιλεξικό
    • Είναι αυτό που είδε κι έμαθε ο πιο γνωστός «αγγελιοφόρος» από τον Κάτω Κόσμο, ο τετραήμερος Λάζαρος, που, σύμφωνα με ένα κυπριακό «λαζαρικό», «ποτέ του δεν εγέλασε», γιατί «είδε την Κόλαση αυτός, / είδε και τον Παράδεισο». (*)
  2. λαογραφίαλαζαρικά: το σύνολο των εθίμων των σχετικών με το Σάββατο του Λαζάρου Βικιλεξικό
    • Τα έθιμα σχετικά με την Ανάσταση του Λαζάρου λέγονται «λαζαρικά» και από τόπο σε τόπο έχουν πολλές παραλλαγές. (*)

Ετυμολογία

λαζαρικό < Λάζαρος + -ικό

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλαζαρικόλαζαρικά
Γενικήλαζαρικούλαζαρικών
Αιτιατικήλαζαρικόλαζαρικά
Κλητικήλαζαρικόλαζαρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →