λαζαρούδι
•
- λαογραφίαειδικό ψωμάκι πλασμένο σε σχήμα ανθρώπου, που φτιάχνεται το Σάββατο του Λαζάρου Βικιλεξικό
- Ακόμη, για την ψυχή του Λαζάρου, οι γυναίκες στη Σκύρο και την Κω ζύμωναν το πρωί του Σαββάτου ψωμάκια -τους «λαζάρηδες», τα «λαζαρούδια» ή και «λαζαράκια»- τα οποία ήταν πλασμένα σε σχήμα ανθρώπου και είχαν μέσα στην ζύμη τους μέλι ή καρύδια ή σταφίδες, ανάλογα με το προϊόν του κάθε τόπου. Σύμφωνα με το έθιμο, όποιος δεν έπλαθε τα «λαζαράκια» δεν θα χόρταινε ψωμί. Μάλιστα, στην Κω συνηθιζόταν οι αρραβωνιασμένες κοπέλες να φτιάχνουν ένα «λαζαράκι» σε μέγεθος βρέφους, το οποίο γέμιζαν με καλούδια για να το στείλουν στον αρραβωνιαστικό τους. (*)
- λαογραφίαπαιδί που τριγυρίζει για να πει σε σπίτια ειδικό τραγούδι για τον Λάζαρο Βικιλεξικό
- Το να μη δεχτείς τα Λαζαρούδια, μια φορά το χρόνο που γυρίζουν για να μολογήσουν τα θαύματα του Χριστού, είναι κρίμα απ’ το Θεό, σχεδόν αμαρτία και πάντως γρουσουζιά. (Γιώργος Κοτζιούλας, τα λαζαρούδια)
- μεταφορικάάπειρος, άνθρωπος χωρίς πείρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαζαρούδι < Λάζαρος + υποκοριστικό επίθημα -ούδι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαζαρούδι | λαζαρούδια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | λαζαρούδι | λαζαρούδια |
| Κλητική | λαζαρούδι | λαζαρούδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →