Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαθρέμπορος

/laˈθɾem.bo.ɾos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που διεξάγει λαθρεμπόριο (παράνομο εμπόριο), που εισάγει προϊόντα σε μια χώρα λαθραία Βικιλεξικό
    • Αμέσως μου 'πιασε κουβέντα πως ήταν αρωματοποιός και πως είχε κάνει συνθέσεις δικές του, αλλ' ότι το μεγάλο εμπόριο αρωμάτων τον κατέστρεψε κι έτσι τον έπιασαν για λαθρέμπορο οινοπνεύματος. (Γιάννης Μανούσακας, Το χρονικό ενός αγώνα, τόμος 1, 1986, σελ. 129)

Ετυμολογία

λαθρέμπορος < λαθρ(ο)- + -έμπορος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλαθρέμποροςλαθρέμποροι
Γενικήλαθρέμπορου / λαθρεμπόρουλαθρέμπορων / λαθρεμπόρων
Αιτιατικήλαθρέμπορολαθρέμπορους / λαθρεμπόρους
Κλητικήλαθρέμπορελαθρέμποροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →