λαθρακιάζω
•
- για ξύλασαπίζω, ιδίως από μέσα Βικιλεξικό
- για ανθρώπους ή ζώαεξασθενίζω, καταβάλλομαι, αδυνατίζω σε μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαθρακιάζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λαθρακιάζω | λαθρακιάζεις | λαθρακιάζει | λαθρακιάζουμε | λαθρακιάζετε | λαθρακιάζουν / λαθρακιάζουνε |
| Παρατατικός | λαθράκιαζα | λαθράκιαζες | λαθράκιαζε | λαθρακιάζαμε | λαθρακιάζατε | λαθράκιαζαν / λαθρακιάζαν / λαθρακιάζανε |
| Αόριστος | λαθράκιασα | λαθράκιασες | λαθράκιασε | λαθρακιάσαμε | λαθρακιάσατε | λαθράκιασαν / λαθρακιάσαν / λαθρακιάσανε |
| Μέλλοντας | θα λαθρακιάζω / θα λαθρακιάσω | θα λαθρακιάζεις / θα λαθρακιάσεις | θα λαθρακιάζει / θα λαθρακιάσει | θα λαθρακιάζουμε / θα λαθρακιάσουμε | θα λαθρακιάζετε / θα λαθρακιάσετε | θα λαθρακιάζουν / θα λαθρακιάζουνε / θα λαθρακιάσουν / θα λαθρακιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λαθρακιάσει | έχεις λαθρακιάσει | έχει λαθρακιάσει | έχουμε λαθρακιάσει | έχετε λαθρακιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λαθρακιάσει | είχες λαθρακιάσει | είχε λαθρακιάσει | είχαμε λαθρακιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λαθρακιάσει / να λαθρακιάζω / να λαθρακιάσω | να έχεις λαθρακιάσει / να λαθρακιάζεις / να λαθρακιάσεις | να έχει λαθρακιάσει / να λαθρακιάζει / να λαθρακιάσει | να έχουμε λαθρακιάσει / να λαθρακιάζουμε / να λαθρακιάσουμε | να έχετε λαθρακιάσει / να λαθρακιάζετε / να λαθρακιάσετε | να λαθρακιάζουν / να λαθρακιάζουνε / να λαθρακιάσουν / να λαθρακιάσουνε |
| Προστακτική | — | λαθράκιαζε / λαθράκιασε | — | — | λαθρακιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
λαθρακιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →