Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαθρακουστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που ακούει κρυφά ή παράνομα Βικιλεξικό
    • Οι νέοι κάτοχοι [ραδιοφώνου] πρέπει να συμπληρώσουν εις το πλησιέστερον ταχυδρομείον το οικείον έντυπον δηλώσεως ραδιοφώνου … μετά την προθεσμίαν ταύτην θα θεωρούνται λαθρακουσταί. (Εθνικόν Ίδρυμα Ραδιοφωνίας. Οδηγίες - πληροφορίες στην πίσω όψη αποδείξεων είσπραξης συνδρομής για κατοχή ραδιοφώνου, 1951)
    • Οι αναλογίες στην καταγωγή της Ματίλντε και του Μάικλ ήταν εντυπωσιακές, όπως θα αντιλαμβάνοντας κάποιος λαθρακουστής της συνομιλίας τους , όταν στάθηκαν για λίγο δίπλα σ ' ένα γερμένο αρμυρίκι προς τη μεριά του αφρισμένου πελάγου και συνομολόγησαν πως θύμιζε και στους δυο τους το ίδιο πράγμα· τον τόπο όπου είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει (Δημήτρης Νόλλας, Ματούλα Μυλλέρου, πάροικος και παρεπίδημος, εκδ. Ίκαρος, 2022)

Ετυμολογία

λαθρακουστής < λαθρ- + ακούω + -τής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλαθρακουστήςλαθρακουστές
Γενικήλαθρακουστήλαθρακουστών
Αιτιατικήλαθρακουστήλαθρακουστές
Κλητικήλαθρακουστήλαθρακουστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →