λαθρεπιβάτις
•
- λόγιοη λαθρεπιβάτισσα, θηλυκό του λαθρεπιβάτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαθρεπιβάτις < λαθρεπιβάτης + -ις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαθρεπιβάτις | λαθρεπιβάτιδες |
| Γενική | λαθρεπιβάτιδας / λαθρεπιβάτιδος | λαθρεπιβάτιδων / λαθρεπιβατίδων |
| Αιτιατική | λαθρεπιβάτιδα | λαθρεπιβάτιδες |
| Κλητική | λαθρεπιβάτι / λαθρεπιβάτι λαθρεπιβάτις | λαθρεπιβάτιδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →