λαιμά
•
- οικείοο λαιμός και ιδίως οι αμυγδαλές Βικιλεξικό
- με πονάνε τα λαιμά μου
Ετυμολογία
λαιμά < δεύτερος πληθυντικός αριθμός του λαιμός
Άλλοι τύποι
λαιμέλαιμοίλαιμούλαιμούςλαιμόλαιμόςλαιμών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →